..που ξανά είδα το γεράκι. Ανηφόριζε κυκλικά προς τον ουρανό, σαν όταν έχεις κάψει ένα χαρτάκι και τα -αποκαΐδια μαύρα- στροβιλίζονται ψηλά στον αέρα, έτσι κι αυτό αψηφούσε την βαρύτητα και τις λύπες που γεννούν μεταξύ τους οι άνθρωποι Κυριακή πρωί μία του Μάρτη. Η φύση έκανε ανενόχλητη τη δουλειά της, έντομα, πουλιά, δέντρα και λουλούδια με τους χυμούς τους σε ηρεμία και ‘γώ ανάμεσα ζητιάνευα να με δεχτούν ως ίσο. Κάτσε ήσυχος και αφουγκράσου ήταν το πρόσταγμα. Έστω για ένα λεπτό. Ένα λεπτό που παρακαλάς να κρατήσει αιώνια μα η ανθρώπινη ματαιοδοξία ισχυρή σαν τη βαρύτητα σε ζητά να επιστρέψεις. Έχασες την ευκαιρία να εξισωθείς. Μα πως να γίνεις ίσος με το γεράκι?

Ώρες ώρες νομίζω ότι με έχει δει. Ονειρεύομαι ότι με πλησιάζει και κάθεται στον ώμο μου. Βγάζει ανθρώπινη λαλιά. » Τι γυρεύεις από τη ζωή?» με ρωτά. «Μακάρι να ήξερα» αποκρίνομαι. «Εσύ?» το ρωτώ. «Εγώ απολαμβάνω ό,τι με περιβάλλει και ότι μου δίνει η μέρα. Απλά υπάρχω και αυτό μου αρκεί.» Δίκαιο και αναμενόμενο σκέφτομαι. Σου μιλάει η φύση. Το γεράκι και τα δέντρα, ο γάτος στο σπίτι μου είναι υπάρξεις «άχρονες». Την στιγμή που τα σκέφτομαι αυτά, οι καμπάνες μιας εκκλησίας ταλαντώνουν τα μόρια του αέρα και ο ήλιος ζεσταίνει την πλάτη μου. Εκείνη την στιγμή έχω τα πάντα. Το γεράκι με έχει αφήσει. Για λίγο είχα βρει αυτό που δεν ήξερα ότι έψαχνα..


Σχόλια

Σχολιάστε