Ξεκίνησε σαν την αποδοχή μιας -θα την έλεγα και πρόκληση- για να συμμετάσχω σε μια παράσταση. Είναι σαν αυτά που λέμε με τους φίλους για πλάκα: «θα έκανες το τάδε για χ ευρώ ?» και εσύ απαντάς χαλαρά «ναι γιατί όχι ?». Μου έστειλε λοιπόν η Μυρτώ ένα link που ακολουθώντας το, έθετα υποψηφιότητα για να επιλεγώ για την εν λόγω δράση.. Και μετά κάπου το ξέχασα. Μέχρι που πριν από περίπου ένα μήνα μου ήρθε ένα μήνυμα που έλεγε «συγχαρητήρια ,επιλεγήκατε για να συμμετάσχετε στην παράσταση κλπ. , κλπ.» Και τότε άρχισα να αισθάνομαι ένα απροσδιόριστο άγχος ανάμεικτο με ενθουσιασμό! Και τότε είπα στ’ αλήθεια γιατί όχι..
Οι μέρες πια περνούν γρήγορα και οι σκέψεις ακόμα πιο πολύ. Και λέω συχνά σε φίλους και πελάτες -πια ότι νιώθω- αλλά και μεταξύ άλλων ότι πρέπει να συνηθίσουμε να βγαίνουμε από τη ζώνη βολέματος και να τολμάμε να νικάμε τους φόβους μας.. Και ίσως μόνο έτσι θα μπορέσουμε να εξελιχθούμε. Κάποιοι άλλοι λένε ότι θα πρέπει να είσαι καλός-μόνο- σε ένα πράγμα και έτσι φτάνεις στην κορυφή(με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον καθένα). Όλα καλά και άγια. Οι αλλαγές και οι δοκιμές παρ’ όλα αυτά δίνουν νοστιμιά στη ζωή μας. Και κάπως έτσι ήρθε -γρήγορα- η ώρα και η μέρα ή να πω καλύτερα το ξημέρωμα της παράστασης.
Τα σποτάκια στην αίθουσα αναμονής(πρόβας) στον 4ο όροφο της στέγης γραμμάτων και τεχνών, είναι θαρρώ, επίτηδες δυνατά (σαν αιθέρας για μποξέρ) ώστε να παραμένεις σε υπερδιέγερση πριν το σόου. Πόσο μάλλον όταν σου έχουν πει να είσαι εκεί 45′ νωρίτερα κι εσύ έχεις πάει μιάμιση ώρα πριν, από το φόβο μην σε πάρει ο ύπνος στο σπίτι και το χάσεις.. Τα φώτα αυτά εκτός από το ότι συνεργάζονται με τον πανίσχυρο γαλλικό καφέ στο να σε κρατήσουν με τα βλέφαρα τσίτα(βλ. κουρδιστό πορτοκάλι), αποκαλύπτουν και την «γύμνια» και ανασφάλεια που μπορεί να έχεις απέναντι στο πρωτόγνωρο-για σένα- εγχείρημα, βλέποντας το είδωλό σου στον τεράστιο καθρέφτη, περιμετρικά της αίθουσας..
Μετά από δυόμιση περίπου ώρες αναμονής στις οποίες έχεις μάθει τις τεχνικές λεπτομέρειες του χώρου αλλά και του ασανσέρ που σε πάει στην τουαλέτα του 3ου ορόφου, σου λένε: «είστε ο επόμενος! Πως αισθάνεστε? Πιρούνι ή chopsticks για τα noodles?» Και απαντώ «εεε chopstiks». Και ύστερα αρχίζει η κάθοδος με τον συνοδό μας, προς την κεντρική σκηνή.. Από τα έντονα φώτα του «ουράνιου» 4ου ορόφου, στα «ερεβώδη» σκοτάδια του backstage του ισογείου.. Πάντα είχα αυτή την περιέργεια-απορία να δω πως είναι εκεί από όπου ξεκινάει η μαγεία. Στο σημείο αυτό η αναμονή είναι σύντομη, αλλά εκεί οι παλμοί σου αρχίζουν να εξεγείρονται. Εκεί ήδη ακούς το κοινό και τη μουσική του έργου.. εκεί γίνεσαι σιγά σιγά (ελπίζεις) κομμάτι της μαγείας..
«Θα σταθείτε στο χ πίσω απ’ την πόρτα και θα σας μετρήσω αντίστροφα. Μόλις τελειώσει το μέτρημα θα σας πω go!» Στα χέρια μου, μια σακούλα με δυο μερίδες noodles. Αβέβαιος για τη στάση του σώματός μου, για τα μαλλιά μου αλλά και για το τι θα κάνω εκεί έξω, ακούω το «go» και ανοίγω την πόρτα.. Στα κλάσματα των δευτερολέπτων που μεσολαβούν από το φως στο σκοτάδι της σκηνής, ο χρόνος μοιάζει να διαστέλλεται.. Η εμπειρία(απειρία) μοιάζει σαν να είναι «εξωσωματική».. Νιώθεις ότι δεν ελέγχεις πια τίποτα.. Σχεδόν αφουγκράζομαι την «προσμονή» του κοινού χωρίς όμως να βλέπω το παραμικρό απ’ αυτό.. Και τότε αποφασίζω να κινηθώ προς τη φιγούρα της..
Τα όσα ακολουθούν τα έχω στο μυαλό μου συγκεχυμένα.. Αβέβαιος ως προς το πόσο χρόνο χρειάζομαι να φτάσω την «Βιρτζίνια» που στέκεται ακίνητη, «οπλίζομαι» με κουράγιο και κινούμαι προς το μέρος της.. Θυμάμαι να ψιθυρίζω τ’ όνομά μου σαν σύνθημα για να εκκινήσει η σκηνή.. Και πράγματι σε κείνη τη στιγμή, ένα «αερικό» γυρνά προς το μέρος μου και με καρφώνει με μάτια κόκκινα από την κούραση, αλλά με μια διάθεση ν’ αναμετρηθεί με το «νέο», με το πάθος της να ξεχειλίζει για την «δοκιμασία» νούμερο 54..και με τις αισθήσεις της τεταμένες σε σημείο που να μοιάζει ολόφρεσκη -τελικά- μπροστά μου σαν αμαζόνα που απειλεί με το τόξο της εισβολέα..
Ψελλίζω κάτι φλώρικο και ψαρρωμένο σαν «Συγγνώμη που ..κλπ. κλπ.» ώστε να μπω σε διάλογο.. Μου είχαν πει να είμαι όσο πιο φυσικός μπορώ. Αδύνατον… Η δράση μεταφέρεται λίγο πιο κει σ’ ένα μικρό σαλονάκι όπου βρίσκομαι να τα πίνουμε με την παρτενέρ μου.. Νιώθω σαν συγκυβερνήτης σε «αδέξια» πρόβα εκτόξευσης πυραύλου, μόνο που δεν βρίσκομαι σε εξομοιωτή. Στο σκάφος υπάρχει ένας χειριστής, και ένας ταξιδιώτης.. Οι ατάκες μας ανταλλάσσονται όπως προβλέπεται θαρρώ, μα δεν είμαι και σίγουρος.. Παθαίνω vertigo από το «υψόμετρο». Κάπου σκύβω να την φιλήσω-πετυχαίνω το μάγουλό της η απόσταση-που διανύω- τεράστια μέχρι εκεί..
Τα noodles είναι «θεατρικά» αλλά βρώσιμα. Σε κατάσταση απόλυτης «παράδοσης» άνευ όρων, τα δέχομαι όλα στο στέρνο μου, μαζί με το χέρι της να τα πιέζει, σαν να θέλει να φτάσει στην πηγή των συναισθημάτων μου αυτοστιγμεί και να τα φέρει στην «επιφάνεια».. Πρέπει ν’ ακολούθησε ένας χορός ύστερα, αλλά δεν κατάλαβα πότε και πως βρέθηκα εκεί. Οι κινήσεις της ρευστές. Κόκκινο φόρεμα, λευκό δέρμα, ισχνή σιλουέτα.. σχεδόν διάφανη.. αναρωτιέμαι πόση χάρη και δύναμη. Ένας θεατρικός άθλος. Εντοπίζει την γυναικεία μάσκα kabuki που φέρω στο δεξί μου χέρι.. Επικεντρώνεται. Είναι μια geisha. Την φιλάει, την γλύφει.. Ερωτισμός, ειρωνεία, φετίχ? Αδύνατον να πεις. Ψυχολογεί το «υποκείμενο» σαν να ήταν στ’ αλήθεια εραστές.. Πως είναι δυνατόν??
Βρίσκομαι κοντά στο σημείο από το οποίο ξεκίνησα,(στην πόρτα),να αρνούμαι τα χρήματα που μου τείνει εκείνη. Της λέω σ ‘αγαπώ και αντίο. Νιώθω σεβασμό για το έργο που επιτελεί σαν επαγγελματίας, κι ένα κενό ξαφνικά. Αυτό που δημιουργεί ένας χωρισμός..ένα στιγμιαίο πένθος. Νιώθω και θαυμασμό-πάλι για εκείνη- που θα μείνει εκεί για άλλες 11 ώρες..κουράγιο..θα επιστρέψω σαν θεατής..
Το ταξίδι τελειώνει.. Πως βρέθηκα εκεί πάνω? Να αναμετρώμαι με μια «σειρήνα» εγώ και άλλοι 100 (σαν σύγχρονοι σύντροφοι του Οδυσσέα), δεν το κατανοώ. Σ’ ένα ευφυέστατο εγχείρημα που προσπαθεί να βάλει θεατές, ηθοποιό και εθελοντές σε μια θεατρική σπουδή με βασικό θέμα τον χωρισμό. Μία σκηνή, 100 διαφορετικές ερμηνείες. Μπαίνοντας στ’ αυτοκίνητο δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Όλο μοιάζει σουρεαλιστικό. Σκέφτομαι αν θα άλλαζα κάτι από την αδέξια ερμηνεία μου. Αλλά αντιλαμβάνομαι ότι όχι.. Στην ζωή δεν έχει πρόβα. Ούτε και σ’ αυτό το κομμάτι τέχνης που μιμήθηκε μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο τη ζωή..


Αφήστε απάντηση στον/στην maria i. Ακύρωση απάντησης