Όταν ήμουν μικρός είχα εφεύρει έναν τρόπο να δραπετεύω από τα πλήθη σε παραλίες που έβριθαν από κόσμο. Έκανα μια βαθιά υπολογισμένη βουτιά. Τότε άξαφνα όλα ηρεμούσαν. Το ίδιο έκανα και όταν είχε πολλά κύματα που απειλούσαν να σε βάλουν «από κάτω» σε κατάσταση πλυντηρίου. Όλα ηρεμούσαν όταν έφτανα κοντά στο βυθό. Οι φωνές του κόσμου χάνονταν και οι ρευστές θεότητες ξεσπούσαν στην επιφάνεια από πάνω μου αφρίζοντας και δημιουργώντας δίνες που δεν με αφορούσαν..

Η καταφυγή αυτή δεν διαρκούσε για πολύ. Η ανάδυση ήταν επιβεβλημένη. Έπρεπε να επιστρέψω. Έπρεπε να αντλήσω ανάσες. Να αναμετρηθώ ξανά με τις δυνάμεις της φύσης στο επίπεδο της ατμόσφαιρας. Έστω για λίγο. Διακριτικά και με προσοχή. Ήχοι, σώματα και λευκοί αφροί. Ο καθένας ξέπλενε τον χειμώνα του παραδομένος με τον τρόπο του απέναντι στο αιώνιο. Στο αέναο. Και σκέφτομαι ότι όλα απαιτούν και τόλμη μα και δειλία για να τα κάνει κάποιος. Τόλμη για να κρυφτείς κάτω από τα νερά, τόλμη για να έρθεις αντιμέτωπος με ό,τι συμβαίνει στην ακτή.

Από το νερό προήλθες και στο νερό θέλεις να ξαναπάς. Με θάρρος σε γέννησε η μάνα σου, θαλασσινή κι αυτή. Με κάποια αποστολή να πορευτείς, εις πέρας να την φέρεις. Ίσως να θέλεις να γίνεις ήρωας για να το καταφέρεις μα η ζωή σε σμίλεψε δειλά να περπατάς. Στα υπολογισμένα ρίσκα να ποντάρεις. Μα με τόλμη να βουτάς «από κατώ» για ηρωικούς διαλογισμούς τις λύσεις ν’αβεβάζεις στην ατμόσφαιρα..


Σχόλια

Σχολιάστε