Όσο μεγαλώνεις αισθάνεσαι ότι οι αναμνήσεις σου γίνονται πιο έντονες. Ορισμένες από αυτές, φαντάζεσαι ότι μπορείς να τις κόψεις με το μαχαίρι. Σ’ένα πρωινό τρέξιμο, πέρασες κάτω από μπαλκόνι που στέγνωνε μια φρεσκοπλυμένη μπουγάδα. Είχε ένα άρωμα πράσινου σαπουνιού. Έτσι μύριζε η ΑΒΕΑ στα Χανιά την δεκαετία του ογδόντα- ενενήντα που ήσουν έφηβος και πέρναγες τα καλοκαίρια σου στη Νέα Χώρα στο σπίτι της θείας σου..
Μακαρόνια με το κρέας και κόκα κόλα το μεσημέρι. Ποδήλατο με «κόντρα» και φίλοι με παντόφλες να παίζουμε κάρτες «υπέρ ατού » το απόγευμα. Μας έχανε η θεία τις περισσότερες ώρες της μέρας που ο ήλιος φώτιζε τον κόσμο, πότε στα ηλεκτρονικά, πότε στο σχολείο να κάνουμε πειράματα με τα τζιτζίκια και τα σπιρτόκουτα… άπλετος χρόνος -σε διαστολή- αδιάφορα ακουμπούσε πάνω μας. Οι γειτόνισσες -από μπαλκόνι σε μπαλκόνι- περνούσαν το μήνυμα- «σε ψάχνει η θεία σου» για να πας για φαγητό. Και έτσι καταλάβαινες ότι το φεγγάρι είχε αντικαταστήσει τον ήλιο στον ρόλο του..
Κάπως έτσι τώρα στέλνεις τον ενήλικο εαυτό σου να δώσει συμβουλές σ’αυτό το παιδί πως να κάνει το ένα και πως το άλλο (χωρίς ν’αλλάξει όμως τίποτα ) για να φτάσει στο παρόν που μυρίζει αλλιώτικα και ο χρόνος χαράζει πιο γρήγορα το ίδιο κορμί. Που πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν ξέρεις αλλά με αφορμή μια μυρωδιά συνδέονται τα χτες με τα σήμερα και τους έχεις όλους δίπλα σου. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός του πόσα πράγματα βιώνουμε μέσα στο ίδιο σώμα.
Ποια θεϊκή δύναμη μας έριξε σ’αυτό το βράχο να παλεύουμε με την θνητότητα? Άτακτα να συλλέγουμε εφόδια και μνήμες μπερδεύοντας τις έννοιες και τις εποχές. Μα όμως στ’αλήθεια αξίζουν οι στιγμές που αντιλαμβάνεσαι την αξία του τώρα και του πώς το χάος σμίλεψε (και θα συνεχίσει να σμιλεύει για όσο ανασαίνεις) την αντίληψη σου για την ζωή..

Σχολιάστε