Κάποιες φορές φαντάζομαι ότι φυλάω σε μια μυστική ντουλάπα μια «άκατο διαφυγής». Μια κάψουλα ατομική-υπέρ δυνατοτήτων- στην οποία χωράω σαν να μπαίνω ολόκληρος σ’ ένα γάντι.. Μπροστά μου έχω απλά όργανα ελέγχου, αλλά κυρίως το χειρίζομαι με την ταχύτητα της σκέψης.. Το πάω όπου θέλω. Τεχνολογία ανεκτίμητης αξίας. Όταν η αδυσώπητη ωμότητα αυτού που ονομάζουμε πραγματικότητα με κλονίζει, αναζητώ το υπέροχο αυτό όχημα..
Πετάει οριζόντια και εγώ -μπρούμυτα από το φινιστρίνι – θαυμάζω θέες μοναδικές. Είναι αθόρυβο και δεν ρυπαίνει. Αόρατο στα αδιάκριτα βλέμματα. Κινούμαι κατοπτεύοντας κόσμους ολάκερους. Τον δικό μας πλανήτη τον φέρνω -συχνά- γύρα όσες φορές θέλω .. κάπου κάπου προσγειώνομαι. Πότε γη του πυρός σε μια ανεμοδαρμένη κορυφή των Άνδεων, πότε σε μια όαση στην έρημο, άλλες φορές σε ένα καφέ στο Σικάγο..
Σήμερα είχα βάλει στόχο να βρω έναν πλανήτη με ατμόσφαιρα σαν τη δική μας. Εννοώ το αναπνεύσιμο οξυγόνο.. Όχι την γενικότερη «ατμόσφαιρα» του δικού μας πλανήτη από την οποία δραπετεύω..Έχω ήδη κάνει το υπέρ άλμα που με θέτει εκτός ηλιακού συστήματος, χρησιμοποιώντας την λειτουργία «ταχύτητα της σκέψης». Επιλέγω έναν γαλαξία (που σίγουρα υπάρχει) με συστήματα παρόμοια με τον δικό μας.. Δεν αργώ να βρώ μια νέα γαλάζια σφαίρα για την επίσκεψή μου…
Πετάω τώρα χαμηλά, στο καλοκαίρι που βρήκα στον νέο αυτόν κόσμο.. νότιο ημισφαίριο.. Μια πόλη ο στόχος μου στις ρίζες μιας οροσειράς.. Προσεδαφίζομαι. Με κατακλύζουν συναισθήματα χαράς και εσωτερικής ειρήνης.. Η δόμηση είναι χαμηλή. Η ώρα πολύ πρωινή, αλλά δεν αργώ να εντοπίσω τον πρώτο κάτοικο. Είναι ψηλός και εξαιρετικά αδύνατος. το δέρμα του σχεδόν διάφανο. Έχει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, μα δεν είναι σαν ένας από εμάς. Φοράει ένα κιμονό στους τόνους του γκρι. Με κοιτάζει χωρίς να ξαφνιάζεται με βλέμμα διαπεραστικό μα γαλήνιο. Στην προέκταση της μύτης του μέχρι το μέτωπο διακρίνω τρείς μαύρες τελείες από τη μεγαλύτερη στην μικρότερη.. Μου χαμογελάει και συνεχίζει την πορεία του..
Πιο κάτω κάποιοι συζητούν, ενώ άλλοι διαλογίζονται ή έτσι υποθέτω. Οσμές εκστατικές με κυκλώνουν. Σαστίζω στην θέα εξημερωμένων «μυθικών» για μας πλασμάτων. Μια λευκή υπερμεγέθης τίγρης με μουστάκια μακριά που σχεδόν βουρτσίζουν το έδαφος κάνει την εμφάνισή της. Με παρατηρεί με ενδιαφέρον. Ένας δράκος (ιαπωνικού στυλ φυσικά) ξεκουράζεται έξω από την είσοδο ενός μαγευτικού κήπου με πλήθος από άγνωστα αλλά εξόχως εντυπωσιακά είδη φυτών και δέντρων.. Ανοιγοκλείνει αμυδρά τα μάτια του, σαν να μου δίνει το ελεύθερο να περάσω μέσα, και το πράττω!
Στο κέντρο του κήπου, κάθεται και διαλογίζεται ένας άντρας με μακριά λεπτά μαλλιά που μοιάζουν χρωματικά μοιρασμένα στα δύο, ολόλευκα από την δεξιά και ολόμαυρα από την αριστερή, φορώντας κι’αυτός ένα κιμονό καφέ και έχοντας μια μαύρη σπείρα ζωγραφισμένη στην απόσταση μεταξύ των ματιών του. Θαρρώ -δε- πως είναι τυφλός.. Μου μιλά σε μία ακατάληπτη γλώσσα.. Οι ήχοι φτάνουν στ’αυτιά μου σαν μελωδίες των οποίων το νόημα διαμορφώνει μια ερώτηση: «Βρήκες αυτό που έψαχνες? Αν όχι τότε θα πρέπει να συνεχίσεις το ταξίδι.. Αυτός ήταν ένας σημαντικός σταθμός, αλλά όχι ο τελικός σου προορισμός. Πήγαινε με Αγάπη και Σοφία!» Και έτσι κι έγινε…

Σχολιάστε